Πρέπει να λαμβάνουν κανονική άδεια οι εποχικοί ξενοδοχοϋπάλληλοι;

Σύμφωνα με τη διάταξη του άρθρου 1 του ν.3302/2004 (ΦΕΚ Α΄ 267), η οποία τροποποίησε το άρθρο 2 παρ.1 του α.ν 539/1945 (ΦΕΚ. Α΄ 229), και την αριθμ. πρωτ.οικ. 3392/01-03-2005 εγκύκλιο του Υπουργού Απασχόλησης και Κοινωνικής Προστασίας, κάθε μισθωτός ο οποίος συνδέεται με σύμβαση εξαρτημένης σχέσης εργασίας ορισμένου ή αορίστου χρόνου, δικαιούται να λάβει ετήσια άδεια με αποδοχές από την έναρξη της απασχόλησής του σε συγκεκριμένη υπόχρεη επιχείρηση.

 

Με τη διάταξη αυτή, του ν.3302/2004, ρυθμίστηκε κατά ενιαίο τρόπο το δικαίωμα ετήσιας αδειας με αποδοχές των μισθωτών, συμπεριλαμβανομένων και εκείνων που απασχολούνται σε εποχικά λειτουργούσες επιχειρήσεις με συμβάσεις ορισμένου χρόνου, καθώς δεν υφίσταται πλέον ως προϋπόθεση για τη θεμελίωσή του, η συμπλήρωση βασικού χρόνου απασχόλησης στον ίδιο εργοδότη.

 

Νομικό έρεισμα για την έκδοση των ρυθμίσεων του άρθρου 1 του ν.3302/2004, αποτέλεσε η απόφαση του Δικαστηρίου της Ευρωπαϊκής Ένωσης (ΔΕΕ) ΕΚ C-173/99, BECTU, η οποία ερμήνευσε το άρθρο 7 της Οδηγίας 93/104/ΕΚ, σχετικά με ορισμένα στοιχεία της οργάνωσης του χρόνου εργασίας, και αφορούσε το δικαίωμα λήψης κανονικής άδειας με αποδοχές εργαζομένων που απασχολούνταν βάσει συμβάσεων μικρής διάρκειας (συχνά μικρότερης από δεκατρείς εβδομάδες στον ίδιο εργοδότη). Το δικαστήριο στην προκειμένη περίπτωση έκρινε ότι «…τέτοιοι εργαζόμενοι (απασχολούμενοι στο πλαίσιο συμβάσεων μικρής διάρκειας) βρίσκονται συχνά σε κατάσταση επισφαλέστερη εκείνης των απασχολουμένων βάσει συμβάσεων μεγαλύτερης διάρκειας, οπότε η μέριμνα για την προστασία της υγείας και της ασφάλειάς τους, σύμφωνα με το στόχο της οδηγίας 93/104, αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία».

Επισημαίνεται ότι, οι νομοθετικές ρυθμίσεις για την άδεια είναι δημοσίας τάξεως και έτσι αποκλείεται ο περιορισμός των δικαιωμάτων των μισθωτών ή η παραίτησή τους από αυτά (Α.Π. 110/90, Α.Π.1228/1993).

 

Σύμφωνα με το άρθρο 5 παρ.1 του α.ν. 539/1945 όπως έχει τροποποιηθεί και ισχύει «Πάσα συμφωνία μεταξύ εργοδότου και μισθωτού, περιλαμβάνουσα την εγκατάλειψη του εις άδεια δικαιώματος του μισθωτού ή την παραίτηση τούτου από του εν λόγω δικαιώματος, και εάν προβλέπει την καταβολή εις αυτόν επαυξημένης αποζημίωσης, θεωρείται ανύπαρκτος».

Τέλος, σύμφωνα με το άρθρο 4 του α.ν. 539/1945, όπως τροποποιήθηκε με τo άρθρο 3 παρ. 15 του ν. 4504/1966, σε συνδυασμό με το άρθρο 2 παρ. 1 του α.ν. 539/1945, όπως τροποποιήθηκε με το άρθρο 1 του ν.3302/2004, καθώς και με την αρ. πρ. 3392/1-3-2005 εγκύκλιο επί του άρθρου αυτού, η κανονική άδεια θα πρέπει να χορηγείται από τον εργοδότη κατά τέτοιο τρόπο ώστε να έχει εξαντληθεί έως την 31η Δεκεμβρίου εκάστου ημερολογιακού έτους, ακόμη και εάν δεν έχει ζητηθεί από τον εργαζόμενο. Δεδομένου ότι δεν επιτρέπεται μεταφορά της αδείας σε επόμενο έτος, έστω και αν αυτό έγινε με τη συναίνεση του εργαζομένου, η αξίωση για την άδεια μετατρέπεται σε χρηματική με τη λήξη του ημερολογιακού έτους.

Επισημαίνεται δε, ότι, σύμφωνα με τα προβλεπόμενα στο άρθρο 3 του ν.δ/τος. 3755/1957 (ΦΕΚ Α΄182), με το οποίο προστέθηκε εδάφιο στο άρθρο 5, παρ.1 του α.ν. 539/45, καθώς και τη σχετική νομολογία, σε περίπτωση μη χορήγησης από τον εργοδότη λόγω υπαιτιότητάς του (άρνηση, πταίσμα, αμέλεια κ.λ.π.), της άδειας που δικαιούται ο εργαζόμενος εντός του ημερολογιακού έτους (ή εντός της προβλεπόμενης χρονικής διάρκειας συμβάσεως ορισμένου χρόνου), ο εργοδότης υποχρεούται να καταβάλλει σ’ αυτόν τις αντίστοιχες αποδοχές αδείας με προσαύξηση 100% (Α.Π. 1568/99, Α.Π. 581/99).

 

Εύλογο είναι ότι, μετά την δια του ν.3302/2004 καθιέρωση δικαιώματος λήψης άδειας από τη στιγμή της πρόσληψης χωρίς να απαιτείται συμπλήρωση βασικού χρόνου, το ίδιο ισχύει και επί συμβάσεων ορισμένου χρόνου των οποίων η διάρκεια λήγει, χωρίς να έχει χορηγηθεί η νομίμως προβλεπόμενη άδεια. (Έγγραφο Υπουργ. Εργασίας αρ. πρωτ.: 45268/949/17-10-2016)

Μανώλης Αμαργιωτάκης

πηγή: http://www.ergasiaka-gr.